• envinow.gr

Η ανάγκη της σωστά δομημένης ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων

της Αγγελικής Κιτσοπούλου

Πηγή: https://fotoroom.co/soil-margarita-nikitaki/

Η ραγδαία κλιματική αλλαγή και τα ακραία καιρικά φαινόμενα που παρατηρούνται συνολικά σε όλον τον πλανήτη έχουν καταστήσει σαφές πως ο ανθρωποκεντρικός, ανθρακούχος και ενεργοβόρος τρόπος ζωής, αδιάφορος για το μέγεθος του αποτυπώματός του στο περιβάλλον, δεν αποτελεί πρακτική ενός βιώσιμου μέλλοντος.


Ο εκκωφαντικά γνωστός αριθμός του 1.5οC, ως όριο στην αύξηση της παγκόσμιας μέσης επιφανειακής θερμοκρασίας μέχρι το 2100, οφείλει να αποτελέσει το έναυσμα για την υιοθέτηση σωστά δομημένων πολιτικών προγραμμάτων, τα οποία να θέτουν ως στόχο την προστασία του περιβάλλοντος, την διάνθιση της οικονομίας και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Στον κτιριακό τομέα, τον τομέα ο οποίος ευθύνεται για το 40% της παγκόσμιας κατανάλωσης ενέργειας, η προσπάθεια αυτή οφείλει να μετουσιωθεί στην αναβάθμιση και στον εκσυγχρονισμό του αναχρονισμένου κτιριακού δυναμικού και στην οικοδόμηση νέων κτιρίων, σύμφωνα με τις αρχές της ενεργειακής αποδοτικότητας και αυτονομίας, της εξοικονόμησης ενέργειας και του σχεδόν μηδενικού ανθρακικού αποτυπώματος.


Η προσφάτως αναθεωρημένη Ευρωπαϊκή Οδηγία Ενεργειακής Αποδοτικότητας Κτιρίων, μετά τον πρώτο στόχο και τα κτίρια σχεδόν μηδενικής κατανάλωσης ενέργειας (nZEB) ως το 2030, θέτει ως νέο στόχο τη μετατροπή του υφιστάμενου κτιριακού δυναμικού κάθε κράτους μέλους της Ε.Ε. σε κτίρια σχεδόν μηδενικών εκπομπών άνθρακα (ΖΕΒ) έως το 2050. Πρακτικά, πλέον, κάθε κράτος μέλος της Ε.Ε. μέσω των εθνικών προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων που εφαρμόζει, όπως η Ελλάδα μέσω του χρηματοδοτικού προγράμματος «Εξοικονομώ», οφείλει να στοχεύει στη μετατροπή του κτιριακού του αποθέματος σε κτίρια πολύ υψηλής ενεργειακής απόδοσης και πολύ χαμηλής ενεργειακής απαίτησης, η οποία, σύμφωνα με το στόχο του 2050, θα πρέπει να καλύπτεται πλήρως, και όχι εν μέρει, από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), εκμηδενίζοντας τις επιτόπου εκπομπές άνθρακα από την καύση ορυκτών καυσίμων, ήτοι του πετρελαίου θέρμανσης και του φυσικού αερίου.


Οι ενεργειακές απαιτήσεις ενός κτιρίου, για άνετες και υγιείς συνθήκες διαβίωσης, κατηγοριοποιούνται ως εξής:

  • Απαίτηση ενέργειας για θέρμανση/ψύξη και αφύγρανση του κτιρίου με στόχο την επίτευξη θερμικής άνεσης (εσωτερική θερμοκρασία 19-20οC τον χειμώνα και 25-26οC το καλοκαίρι και εσωτερική σχετική υγρασία εκτός αποδεκτών ορίων),

  • Απαίτηση ενέργειας για την παραγωγή ζεστού νερού χρήσης (ΖΝΧ),

  • Απαίτηση ενέργειας για την λειτουργία ηλεκτρικών συσκευών.

Οποιαδήποτε από αυτές τις ανάγκες δεν ικανοποιείται εξαιτίας της ανεπαρκούς πρόσβασης ενός νοικοκυριού στην ενέργεια, λόγω οικονομικής στενότητας ή ανεπαρκών κτιριακών υποδομών, αποτελεί απόδειξη πως το νοικοκυριό πλήττεται από το φαινόμενο της ενεργειακής φτώχειας. Επομένως, η εξοικονόμηση ενέργειας πρέπει να επέλθει μέσω της μείωσης της απαιτούμενης ενέργειας και όχι μέσω των εκπτώσεων ως προς την ικανοποίηση των ενεργειακών αναγκών του κτιρίου και των χρηστών του.


Περιορίζοντας στο ελάχιστο την απώλεια ενέργειας δια μέσω του κελύφους ενός κτιρίου, εφαρμόζοντας απλές αρχές φυσικής κτιρίου (τοποθέτηση θερμομόνωσης, εγκατάσταση αποδοτικών κουφωμάτων, εξασφάλιση αεροστεγανότητας και διακοπή διαρροής του εσωτερικού θερμού αέρα προς το εξωτερικό περιβάλλον το χειμώνα και, αντίστοιχα, εισροής του θερμού εξωτερικού αέρα εντός του εσωτερικού του κτιρίου το καλοκαίρι, εξάλειψη θερμογεφυρών, επαρκής σκίαση) εξασφαλίζεται πως η απαίτηση του κτιρίου σε ενέργεια, για την επίτευξη θερμικής άνεσης, είναι η ελάχιστη δυνατή. Δεδομένου αυτού του σταδίου, κατά την ενεργειακή αναβάθμιση ενός κτιρίου, καθίσταται πλέον δυνατή η πλήρης κάλυψη των ενεργειακών αναγκών του μέσω της εγκατάστασης συστημάτων ΑΠΕ και συνεπώς η ενεργειακή του αυτονομία.


Προς επίρρωση αυτού, είναι ωφέλιμο να αναλογιστεί κανείς, πώς είναι δυνατόν να επιτευχθεί η πλήρης κάλυψη των λειτουργικών αναγκών ενός κτιρίου αποκλειστικά μέσω της χρήσης ΑΠΕ, αν, προηγουμένως, δεν έχει επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή μείωσή τους. Πώς θα ήταν δυνατόν, τα μεγάλα και πυκνοκατοικημένα αστικά κέντρα, όπως αυτό της Αθήνας - το οποίο βρίθει σε πολυώροφες, ενεργοβόρες πολυκατοικίες (ενεργειακά σουρωτήρια), οι ταράτσες των οποίων είναι ήδη συνωστισμένες εξαιτίας των εγκατεστημένων ηλιακών θερμοσίφωνων, η ισχύς των οποίων, κατά τους χειμερινούς μήνες, δεν επαρκεί ούτε για κάλυψη της απαίτησης σε ΖΝΧ για το μπάνιο ενός έστω ατόμου - να βασιστούν στις ΑΠΕ για την ενεργειακή τους εξασφάλιση;