• envinow.gr

Η κυκλική οικονομία στο χώρο και τις πόλεις

Το ζήτημα της κλίμακας,


της Μαρίας Στεργίου

Η κυκλική οικονομία είναι μια καινούρια έννοια, η οποία έχει γίνει γρήγορα αποδεκτή και έχει ενσωματωθεί στις στρατηγικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη βιώσιμη ανάπτυξη των πόλεων. Στόχος αυτής της θεωρίας είναι η οικονομική και ανθρώπινη ευημερία μέσα στα βιοφυσικά όρια του πλανήτη. Με λίγα λόγια, συνειδητοποιώντας την περιορισμένη ποσότητα των φυσικών πόρων της γης, επανεκτιμάται η πολύτιμη αξία τους και επιδιώκεται η κατά το μέγιστο αξιοποίησή τους. Για αυτό το λόγο, προτείνεται:

  • η συνειδητή και με μέτρο εξαγωγή των φυσικών πόρων από το περιβάλλον

  • ο έξυπνος σχεδιασμός των προϊόντων, που λαμβάνει υπόψη το τέλος ζωής τους και στοχεύει στην εισαγωγή τους σε κλειστούς βρόχους επανάχρησης, επισκευής και ανακύκλωσης.

  • η ενίσχυση της βιοποικιλότητας και η αναζωογόνηση του φυσικού περιβάλλοντος

Αυτές οι διαδικασίες φυσικά παρουσιάζουν προκλήσεις στην υλοποίηση και γίνονται ιδιαίτερα πολύπλοκες όταν εισάγεται στη συζήτηση το ζήτημα της κλίμακας του χώρου και του χρόνου.

Απεικόνιση του τρόπου ροής των προϊόντων σε κλειστούς βρόχους, ανάλογα με την προέλευσή τους, βιολογική ή τεχνολογική (Ellen MacArthur Foundation, 2013)

Στην προσπάθεια για την επίτευξη της κυκλικότητας υπάρχουν δύο ειδών προσεγγίσεις ως προς το κλείσιμο των βρόχων των αγαθών. Η πρώτη προσέγγιση βασίζεται στην αλυσίδα παραγωγής ενός προϊόντος ή αγαθού, που σημαίνει ότι υπολογίζεται η περιεχόμενη ενέργεια και το συνολικό οικολογικό αποτύπωμά του. Για παράδειγμα για έναν Χ υπολογιστή, υπολογίζεται πόση ενέργεια καταναλώθηκε, πόσο νερό χρησιμοποιήθηκε και πόσο διοξείδιο του άνθρακα απελευθερώθηκε στην ατμόσφαιρα για την δημιουργία κάθε μέρους του Χ υπολογιστή και επιδιώκεται το κλείσιμο των βρόχων της συγκεκριμένης αλυσίδας παραγωγής. Η δεύτερη προσέγγιση βασίζεται σε ορισμένη τοποθεσία π.χ. ένα κτίριο, μια γειτονιά, μία πόλη, μία περιφέρεια. Μέσα σε αυτήν καταγράφονται και μετρούνται οι εισροές και οι εκροές και γίνεται προσπάθεια για την κυκλικότητα των αγαθών εντός των ορίων της. Κατά συνέπεια, γίνεται η διάκριση της κυκλικότητας ως προς το προϊόν (και την πλήρη αλυσίδα παραγωγής του) και της κυκλικότητας μιας τοποθεσίας.


Οι μελετητές του χώρου, οι πολεοδόμοι, οι γεωγράφοι και οι αρχιτέκτονες διακρίνουν χωρικά επίπεδα για την καλύτερη κατανόηση και ανάλυσή του. Ξεκινώντας από το επίπεδο του κτιρίου, όπως ένα σπίτι, χρειάζεται να γίνει κυκλική η ροή του φαγητού, του νερού, του αέρα, της ενέργειας και των προϊόντων που καταναλώνουν οι κάτοικοί του, όπως τα ρούχα, τα έπιπλα, οι ηλεκτρικές συσκευές κ.ά. Προχωρώντας στο επίπεδο της γειτονιάς, τα κτίρια αυξάνονται ενώ προστίθενται οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, οι δημόσιοι χώροι, τα πάρκα, οι μετακινήσεις και ένα μεγαλύτερο δίκτυο ανθρώπων. Σε μια γειτονιά η εγγύτητα των κτιρίων και των υπηρεσιών, καθώς και οι σχέσεις που αποκτούν οι άνθρωποι μεταξύ τους, δημιουργούν περισσότερες ευκαιρίες για συνεργασία. Για παράδειγμα, τα τρόφιμα που δεν καταναλώνονται μπορούν να μοιράζονται μεταξύ των γειτόνων, αντί να καταλήγουν στα σκουπίδια ή ακόμη να δημιουργείται τοπική υπηρεσία και χώρος για κομποστοποίηση.


Σε επίπεδο μιας πόλης, συνεχίζουν να υπάρχουν οι βιολογικές και τεχνολογικές ροές των αγαθών που προαναφέρθηκαν, το δίκτυο των ανθρώπων γίνεται ακόμη μεγαλύτερο και η έκταση της τοποθεσίας αυξάνεται. Επίσης, τα κτίρια και οι χρήσεις γης σε μία πόλη χρειάζεται να γίνουν κυκλικά, καθώς μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί η επιδιωκόμενη προσαρμοστικότητα στις μεταβλητές ανάγκες της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι πλέον, τα κτίρια καλούνται να είναι ευμετάβλητα, ώστε να μπορούν να εξυπηρετήσουν διαφορετικές χρήσεις κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους. Για την οργάνωση και τη διαχείριση αυτών των κυκλικών ζητημάτων μεγάλης κλίμακας, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι εμπλεκόμενοι φορείς και η διακυβέρνηση, οι οποίοι καλούνται να συνεργαστούν με τις κοινωνικές οργανώσεις των πολιτών.


Στην εφαρμογή της κυκλικής οικονομίας σε επίπεδο πόλεων, ο καθορισμός στρατηγικών και η μέτρηση της κυκλικότητας εμφανίζουν αυξημένη δυσκολία, λόγω των δύο διαφορετικών προσεγγίσεων που αναφέρθηκαν. Όταν λαμβάνεται ως αφετηρία η χωρική διάσταση της κυκλικότητας, η παραγωγή ορισμένων προϊόντων είναι αδύνατον να παραμένει μέσα στα όρια της τοποθεσίας ή είναι χειρότερο από περιβαλλοντικής άποψης, ενώ για άλλα αγαθά η παραγωγή σε τοπικό επίπεδο είναι η καλύτερη επιλογή. Συνεπώς, οι αλληλοκαλύψεις των δύο προσεγγίσεων της κυκλικότητας εμφανίζουν πολλές δοκιμασίες και καλούν για έρευνα και πειραματισμό. Το μείζον ερώτημα που αναδύεται είναι: Ποια είναι η χρυσή αναλογία τοπικοποίησης και παγκοσμιοποίησης της παραγωγής για την επίτευξη μιας κυκλικής οικονομίας που θα ωφελεί τόσο το περιβάλλον όσο και την κοινωνία;