• envinow.gr

Eurostat: Η παραγωγή μαζούτ μειώθηκε κατά 62% τα τελευταία 30 χρόνια



Η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat) δημοσίευσε νέα έρευνα όπου παρουσιάζονται δεδομένα για την παραγωγή μαζούν στην Ευρώπη την τελευταία 30ετία. Ιδιαίτερα, κατά την τελευταία δεκαετία, η παραγωγή μαζούτ, ενός επιβλαβούς καυσίμου για το περιβάλλον, στην ΕΕ μειώθηκε σημαντικά. Το 2020, παρήχθησαν 48.500 κιλοτόνοι (kt) μαζούτ, σημειώνοντας πτώση 62% σε σύγκριση με το 1990 (127.000 kt).


Το μαζούτ, που αναφέρεται και ως βαρύ μαζούτ λόγω του βάρους του, είναι ένα συγκεκριμένο προϊόν πετρελαίου που παράγεται σε διυλιστήρια και χρησιμοποιείται από τα περισσότερα πλοία. Υπάρχουν ανησυχίες για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της χρήσης του, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του θείου που περιέχει καταλήγει στην ατμόσφαιρα όταν καίγεται σε κινητήρα πλοίου. Υπό το φως αυτών των ανησυχιών, οι προσπάθειες περιορισμού της ρύπανσης από τις μεταφορές πλοίων τέθηκαν σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2020, σύμφωνα με τις οποίες τα πλοία μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν μόνο μαζούτ με χαμηλή περιεκτικότητα σε θείο.


Μεταξύ 1990 και 2020, και τα 21 κράτη μέλη που εξακολουθούσαν να παράγουν μαζούτ το 2020 ανέφεραν μείωση της παραγωγής. Οι πιο σημαντικές μειώσεις στην παραγωγή παρατηρήθηκαν στην Ιταλία (από 23.700 kt το 1990 σε 5.400 kt το 2020) και στην Ισπανία (από 15.000 kt το 1990 σε 2.400 kt το 2020).



Πέντε χώρες της ΕΕ παρήγαγαν περίπου το 60% του συνολικού μαζούτ το 2020


Το 2020, 13 από τα 21 κράτη μέλη παρήγαγαν πάνω από 1.000 kt μαζούτ. Από αυτές τις χώρες, πέντε αντιπροσώπευαν περίπου το 60% της συνολικής παραγωγής μαζούτ της ΕΕ: Ολλανδία (19% με 9.000 kt), Γερμανία (13% με 6.200 kt), Ιταλία (11% με 5.400 kt), Γαλλία (9% με 4.300 kt) και Σουηδία (8% με 3.900 kt).


Στο άλλο άκρο της κλίμακας, έξι κράτη μέλη δεν παρήγαγαν μαζούτ εκείνη τη χρονιά: το Λουξεμβούργο, η Λετονία, η Μάλτα και η Εσθονία δεν είχαν ποτέ διυλιστήρια, ενώ η Κύπρος και η Σλοβενία σταμάτησαν την παραγωγή μαζούτ το 2004 και το 2000, αντίστοιχα.