• envinow.gr

Μεγάλη πολιτική αντιπαράθεση για τα λιγνιτικά



Μεγάλη κόντρα έχει ξεσπάσει τι τελευταίες ημέρες μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ για τις μονάδες παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη. Το ΥΠΕΝ ξεκινώντας την διαμάχη εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:


Η Αξιωματική Αντιπολίτευση συνεχίζει να διαστρεβλώνει την πραγματικότητα με τη διασπορά ψευδών ειδήσεων σε ό,τι αφορά το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη.


O ΣΥΡΙΖΑ υιοθέτησε πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, Γιώργου Αδαμίδη, ο οποίος υποστήριξε ότι η αύξηση της χρήσης του λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα (από 10% στο 30%) είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί η χονδρική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στα 99,1 ευρώ/MWh, στις 8 Μαρτίου.


Πρόκειται για άκρως παραπλανητική αναφορά που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα, η τιμή διαμορφώθηκε στο επίπεδο αυτό στις 14:00 το απόγευμα της Τρίτης για μερικά λεπτά προτού επανέλθει στα συνήθη επίπεδα.

Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του ΣΥΡΙΖΑ ότι η Ελλάδα διαθέτει την ακριβότερη τιμή στη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, η τιμή στις 8 Μαρτίου διαμορφώθηκε σε χαμηλότερα επίπεδα από τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, οι οποίες διαθέτουν περισσότερες ηλεκτρικές διασυνδέσεις και πυρηνική ενέργεια στο μείγμα τους, όπως η Γαλλία, το Βέλγιο, η Γερμανία και η Βουλγαρία. Μάλιστα, η χώρα μας, το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου έχει την τρίτη χαμηλότερη χονδρική τιμή στην Ευρώπη, πίσω από την Πολωνία και τη Βουλγαρία.

Ακόμα και σε απολύτως συγκρίσιμα νούμερα, όπως είναι το κόστος παραγωγής ηλεκτρισμού, οι πιο σύγχρονες μονάδες φυσικού αερίου της ΔΕΗ (Αλιβέρι 5 και Μεγαλόπολη 5) έχουν σήμερα μεταβλητό κόστος 193 €/MWh, ενώ 3 από τις 6 διαθέσιμες λιγνιτικές μονάδες έχουν υψηλότερο μεταβλητό κόστος. Όταν η πρωτόγνωρη κρίση που εντείνεται λόγω του πολέμου στην Ουκρανία αποκλιμακωθεί, με τη μείωση των τιμών του φυσικού αερίου στις διεθνείς αγορές, η ανταγωνιστικότητα των λιγνιτικών μονάδων θα επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο.

Όπως αποδείχθηκε ξεκάθαρα από την πρόσφατη μελέτη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, οι λιγνιτικές μονάδες σε καμία ώρα της ημέρας δεν είναι φθηνότερες από τις ΑΠΕ και το φυσικό αέριο που λειτουργούν παράλληλα.

Ακόμη και οι τέσσερις λιγνιτικές μονάδες που έκλεισαν επί Κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, είχαν -ορθώς- προγραμματιστεί να κλείσουν επί ΣΥΡΙΖΑ διότι είχαν ολοκληρώσει τις προβλεπόμενες ώρες λειτουργίας τους. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να συνεχίσει την παραγωγή ηλεκτρισμού με λιγνίτη, θα έπρεπε να είχε προχωρήσει τα προηγούμενα χρόνια σε ανάλογες επενδύσεις, κάτι το οποίο ουδέποτε συνέβη.

Οι λιγνιτικές μονάδες που έχουν απομείνει, χρειάστηκε να επιστρατευθούν προκειμένου να αντιμετωπισθούν βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι μείωσης των αποθεμάτων φυσικού αερίου της χώρας, σε συνέχεια της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία και της γενικότερης κρίσης που αυτή προκάλεσε. Συγκεκριμένα, κατόπιν σχετικής απόφασης της ελληνικής Επιτροπής Διαχείρισης Κρίσεων, αποφασίστηκε η λειτουργία όλων των διαθέσιμων λιγνιτικών εργοστασίων το τριήμερο 5-7 Μαρτίου, έως ότου αφιχθούν στη Ρεβυθούσα στις 7 Μαρτίου τρία προγραμματισμένα φορτία LNG για αναπλήρωση των μειωμένων αποθεμάτων φυσικού αερίου. Είναι προφανές από τα παραπάνω ότι οι λιγνιτικές μονάδες λειτούργησαν προσωρινά και εκτάκτως έπειτα από εντολή των αρμόδιων φορέων, ως στρατηγική εφεδρεία για τη διασφάλιση της επάρκειας τροφοδοσίας του ενεργειακού συστήματος και όχι για οικονομικούς λόγους. Η λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων ως στρατηγική εφεδρεία, επιβεβαιώνει την πάγια θέση και τα σχετικά αιτήματα της ΔΕΗ προς τους αρμόδιους Εθνικούς και Ευρωπαϊκούς φορείς ότι οι λιγνιτικές μονάδες μπορούν να συνεισφέρουν στην ασφάλεια εφοδιασμού σε μια σύντομη μεταβατική περίοδο.

Σύντομο ιστορικό της απολιγνιτοποίησης

Η απολιγνιτοποίηση ξεκίνησε το 2010 με τη διακοπή λειτουργίας της μονάδας Πτολεμαΐδα 1. Οι λόγοι που ώθησαν στην απολιγνιτοποίηση ήταν αρχικά περιβαλλοντικοί (αδυναμία τήρησης των νέων μειωμένων ορίων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου), κλιματικοί (μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα) και τελικά οικονομικοί, λόγω της μεγάλης αύξησης της τιμής των δικαιωμάτων του διοξειδίου του άνθρακα.

Το 2011 τέθηκαν εκτός λειτουργίας η Πτολεμαΐδα 2 και οι μονάδες Μεγαλόπολη 1 και 2, ενώ ακολούθησαν το 2014 οι μονάδες Πτολεμαΐδα 3 και 4. Στο πλαίσιο της συμφωνίας του 2010 με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η λειτουργία των μονάδων 1-4 της Καρδιάς και του Αμυνταίου 1 και 2, περιορίστηκαν συναρτώμενες με τις ώρες λειτουργίας τους (17.500) από την 01.01.2016 και μέχρι το τέλος του 2023. Το 2016, μετά από αιτιολογημένο αίτημα της ΔΕΗ, η Ελληνική Κυβέρνηση αναπροσάρμοσε τις ώρες αυτές σε 32.000 με αντίστοιχη νομοθετική ρύθμιση, η οποία όμως δεν έγινε αποδεκτή από την Ε.Ε. με αποτέλεσμα να εκκρεμεί το ενδεχόμενο κυρώσεων στην Ελλάδα.

Με βάση αυτή τη νομοθετική ρύθμιση οι μονάδες της Καρδιάς και του Αμυνταίου αποσύρθηκαν ως εξής:

· Καρδιά 1 και 2: Ιούνιος 2019.

· Αμύνταιο 1 και 3: 2020.

· Καρδιά 3 και 4: 2021.

Σε λειτουργία παραμένουν πέντε μονάδες στον Άγιο Δημήτριο, η Μελίτη στη Φλώρινα και η Μεγαλόπολη 4. Σύμφωνα με το πρόγραμμα της απολιγνιτοποίησης, στο τέλος του 2022 θα αποσυρθούν οι 1,2,3,4 του Αγίου Δημητρίου και στο τέλος του 2023 οι υπόλοιπες τρεις (Άγιος Δημήτριος 5, Μελίτη και Μεγαλόπολη 4).

Όσον αφορά στη νέα μονάδα ηλεκτροπαραγωγής, Πτολεμαΐδα 5, αναμένεται να ξεκινήσει τη λειτουργία της με λιγνίτη το καλοκαίρι του 2022 και με βάση τον Κλιματικό Νόμο και το Εθνικό Σχέδιο Μείωσης Εκπομπών, προβλέπεται να παραμείνει ως λιγνιτική το αργότερο έως το 2028.



Ο ΣΥΡΙΖΑ, απάντησε στο ΥΠΕΝ με την ακόλουθη ανακοίνωση:


Σ.Φάμελλος-Π.Πέρκα: Το αδιέξοδο της κυβέρνησης Μητσοτάκη οδηγεί σε απόγνωση

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη πρέπει να βρίσκεται σε απόλυτο αδιέξοδο για να αφιερώνει τόσες σελίδες στο λιγνίτη και να συντάσσει χρονικό απόσυρσης των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ. Όσο και να προσπαθεί όμως να στηρίξει τις ανακρίβειες του κ. Μητσοτάκη στη Βουλή σχετικά με το κόστος της ηλεκτροπαραγωγής από λιγνίτη σε σχέση με το φυσικό αέριο την περίοδο της κρίσης, την απάντηση την έχει δώσει ο ίδιος ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας από τον Σεπτέμβριο, όπως και η απόφαση να ενεργοποιηθούν πάλι οι λιγνιτικές μονάδες εδώ και μία εβδομάδα.


Το απόλυτο αδιέξοδο της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι ότι έχει οδηγήσει σε απόγνωση τα νοικοκυριά, τους αγρότες και σε λουκέτα τις επιχειρήσεις και τις βιομηχανίες. Στην κοινωνία λοιπόν οφείλει να απαντήσει και να απολογηθεί η κυβέρνηση και όχι, κατά την προσφιλή της τακτική, να κάνει αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.


Είναι τέτοιο δε το αδιέξοδο όπου, οδήγησε το ΥΠΕΝ να αναφερθεί στην 8η Μαρτίου, για τη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας, για να κρύψει ότι ολόκληρο τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο η Ελλάδα ήταν πρωταθλήτρια ακρίβειας στην Ευρώπη. Δυστυχώς για την ελληνική κοινωνία, οι αρνητικές αυτές πρωτιές μετακυλίονται ως έχουν στους καταναλωτές, κάτι που δε συμβαίνει στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες που υπάρχουν μηχανισμοί αντιστάθμισης κινδύνων.


Η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα πρέπει να διασφαλίσει την επάρκεια του ενεργειακού μας συστήματος για όσο διάστημα διαρκέσει η κρίση συνεχίζοντας την αναβάθμιση των λιγνιτικών μονάδων που είχε ξεκινήσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και εξασφαλίζοντας την τροφοδοσία από τα λιγνιτωρυχεία για τους επόμενους τουλάχιστον μήνες, καθώς και τη λειτουργία της Πτολεμαΐδας V.


Θα πρέπει ακόμη να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να σταματήσει τα ουρανοκατέβατα κέρδη και την αισχροκέρδεια στην αγορά ενέργειας, όπως προτείνει και η Κομισιόν με το σχέδιο Repower EU.


Όσον αφορά την ενεργειακή στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θυμίζουμε ότι επί 4,5 χρόνια επέλεξε να μην αυξήσει τα τιμολόγια ηλεκτρισμού ούτε κατά ένα ευρώ, ισοσκέλησε το έλλειμμα 800 εκατ. ευρώ που παρέλαβε από την συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ στον Ειδικό Λογαριασμό για τις ΑΠΕ, θέσπισε τις διαγωνιστικές διαδικασίες που έριξαν σημαντικά το κόστος των ΑΠΕ ώστε να είναι σήμερα φτηνές, θέσπισε τις Ενεργειακές Κοινότητες, εκπόνησε για πρώτη φορά Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα με ευρεία διαβούλευση και σχεδίασε την ομαλή απανθρακοποίηση και όχι μόνο απολιγνιτοποίηση της Ελλάδας, με διαφανείς κανόνες και όχι με συνθήκες Άγριας Δύσης.


Εάν τέλος το αδιέξοδο της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι τόσο μεγάλο που την οδηγεί στο να ασκεί αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αντί να στο να λαμβάνει μέτρα για να στηρίξει την ελληνική κοινωνία, τότε μπορεί να αποχωρήσει.