• envinow.gr

Eurostat: Κάθε Ευρωπαίος «κατανάλωσε» 14 τόνους ορυκτών υλών το 2019



Έκθεση της Eurostat που δημοσιεύθηκε στα μέσα Μαρτίου, παρουσιάζει πρόσφατα στατιστικά στοιχεία για την εγχώρια κατανάλωση υλών από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Η εγχώρια κατανάλωση υλών, (DMC), μετρά τη συνολική ποσότητα υλών που χρησιμοποιούνται άμεσα από μια οικονομία και ορίζεται ως η ετήσια ποσότητα πρώτων υλών που εξορύσσονται από την εγχώρια επικράτεια, συν όλες οι φυσικές εισαγωγές μείον όλες τις φυσικές εξαγωγές.


Ο δείκτης DMC παρέχει μια αξιολόγηση του απόλυτου επιπέδου της χρήσης των πόρων και επιτρέπει τη διάκριση της κατανάλωσης που οφείλεται στην εγχώρια ζήτηση από την κατανάλωση που καθοδηγείται από την εξαγωγική αγορά. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο όρος «κατανάλωση» όπως χρησιμοποιείται στο DMC σημαίνει φαινομενική κατανάλωση και όχι τελική κατανάλωση. Η DMC δεν περιλαμβάνει τις «κρυφές» ροές που σχετίζονται με τις εισαγωγές και εξαγωγές πρώτων υλών και προϊόντων.



Σύμφωνα με τα δεδομένα, η εγχώρια κατανάλωση υλών της οικονομίας της ΕΕ ανήλθε σε 14 τόνους ανά άτομο το 2019. Τα μη-μεταλλικά ορυκτά αντιπροσωπεύουν το ήμισυ του συνόλου αυτού, η βιομάζα σχεδόν το 1/4 (24%), τα ορυκτά καύσιμα το 1/5 (20%) και τα μεταλλεύματα το 5%.


Μια ανάλυση της εγχώριας κατανάλωσης υλών ανά κατηγορία ύλης αντανακλά τη σχετική σημασία των διαφόρων υλών και τις δυνατότητές τους για επαναχρησιμοποίηση, ανάκτηση ή ανακύκλωση. Με την πάροδο του χρόνου, τα πρότυπα κατανάλωσης αυτών των κατηγοριών υλών έχουν εξελιχθεί διαφορετικά.


Από την αρχή της χιλιετίας, η κατανάλωση βιομάζας ήταν αρκετά σταθερή, σε αντίθεση με την κατανάλωση μεταλλευμάτων και μη μεταλλικών ορυκτών, η οποία επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση της περιόδου 2008-2009. Η κατανάλωση ορυκτών καυσίμων μειώθηκε σταδιακά τις τελευταίες δύο δεκαετίες.


Διαφορές στην κατανάλωση υλών σε ολόκληρη την ΕΕ


Το επίπεδο της εγχώριας κατανάλωσης υλών διαφέρει σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ: ​​από 8 τόνους ανά άτομο στην Ισπανία έως σχεδόν 32 τόνους ανά άτομο στη Φινλανδία. Η εγχώρια κατανάλωση υλών σε κάθε χώρα επηρεάζεται από φυσικούς πόρους, οι οποίοι μπορεί να αποτελέσουν ένα σημαντικό διαρθρωτικό στοιχείο κάθε οικονομίας.


Επιπλέον, η κατανάλωση των κύριων κατηγοριών υλών ποικίλλει επίσης στα κράτη μέλη της ΕΕ. Το 2019, η κατανάλωση μη-μεταλλικών ορυκτών κυμάνθηκε από 2 τόνους ανά άτομο στην Ολλανδία έως 21 τόνους ανά άτομο στη Ρουμανία. Οι διαφορές μεταξύ χωρών μπορεί να είναι αποτέλεσμα ποικίλων επιπέδων κατασκευαστικής δραστηριότητας (επενδύσεις), πυκνότητας πληθυσμού και μεγέθους υποδομών μεταφορών, όπως οδικά δίκτυα.



Η κατανάλωση βιομάζας ποικίλλει επίσης πολύ στην ΕΕ: από έναν τόνο ανά άτομο στη Μάλτα έως 8 τόνους ανά άτομο στη Δανία και την Ιρλανδία. Οι οικονομίες με υψηλή κατανάλωση βιομάζας συχνά εξειδικεύονται στην παραγωγή ξυλείας (Φινλανδία) ή σε συγκεκριμένη κτηνοτροφία (Ιρλανδία, Δανία).


Η κατανάλωση ορυκτών καυσίμων ανήλθε σε περίπου 3 τόνους ανά άτομο σε επίπεδο ΕΕ και οι διαφορές μεταξύ των χωρών ήταν λιγότερο έντονες.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ