• envinow.gr

Συζήτηση με τον Ν.Μαμάση, καθηγητή του ΕΜΠ: Υδροηλεκτρικά έργα και ενεργειακή κατάσταση στην Ελλάδα

Επιμέλεια : Στέλλα Γεροτόλιου



Οι αλλαγές των τελευταίων ετών έχουν τοποθετήσει τον κλάδο της ενέργειας στο επίκεντρο της οικονομίας, της καινοτομίας και της καθημερινής ζωής. Στόχος-πρόκληση αυτών των αλλαγών είναι η εξασφάλιση πηγών ενέργειας που θα καλύπτουν τις ανάγκες της αγοράς και θα επιτυγχάνουν τους περιβαλλοντικούς στόχους για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Την ενεργειακή κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα και τις αλλαγές που αναμένεται να συμβούν θα συζητήσουμε με τον καθηγητή, Νικόλαο Μαμάση. Ο Νικόλαος Μαμάσης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στον Τομέα Υδατικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Το ερευνητικό και διδακτικό του έργο εντάσσεται στην ευρύτερη περιοχή της Υδρολογίας, της Υδροπληροφορικής και της Ενεργειακής Τεχνολογίας.

Θα θέλατε να μας μιλήσετε γενικά για την ενεργειακή κατάσταση στην Ελλάδα με έμφαση στα υδροηλεκτρικά έργα;


Τα υδροηλεκτρικά έργα από την αρχή του αιώνα μας, οπότε και ξεκίνησε η ηλεκτροπαραγωγή στην Ελλάδα, έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο. Πρακτικά για τη χώρα τα πρώτα ενεργειακά έργα ήταν υδροηλεκτρικά, λιγνιτικά και πετρελαϊκά. Στη συνέχεια, τη δεκαετία του ΄90 αρχίσαμε να έχουμε παραγωγή από φυσικό αέριο, μεγάλη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, κυρίως φωτοβολταϊκά, και αυξήθηκαν πάρα πολύ και οι εισαγωγές ενέργειας από γειτονικές χώρες. Αυτό, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, είχε ως αποτέλεσμα η υδροηλεκτρική παραγωγή να παραμείνει στάσιμη, δηλαδή έχουμε περίπου τα ίδια υδροηλεκτρικά έργα που υπήρχαν και πριν από είκοσι χρόνια. Το τελευταίο μεγάλο υδροηλεκτρικό έργο, που κατασκευάστηκε, ήταν το φράγμα του Ιλαρίωνα, το οποίο μπήκε σε λειτουργία το 2014. Από εκεί και πέρα, ενώ υπάρχει προοπτική ανάπτυξης, δηλαδή υπάρχουν θέσεις στον ελλαδικό χώρο – υπολογίζεται ότι μόνο το 1/3 των θέσεων έχει αξιοποιηθεί- δε διαφαίνεται ότι θα αξιοποιηθούν οι διαθέσιμες θέσεις στο μέλλον.

Τώρα, εκτός από τα μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα στα οποία αναφέρθηκα μέχρι τώρα, υπάρχουν και τα μικρά υδροηλεκτρικά, τα οποία συγκαταλέγονται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε αντίθεση με τα μεγάλα, που, για νομικούς λόγους, δεν συγκαταλέγονται. Και στα μικρά υδροηλεκτρικά έργα παρατηρείται στασιμότητα. Υπάρχουν χονδρικά 200 μικρά έργα, που λειτουργούν εδώ και αρκετά χρόνια, αλλά η συνολική τους ονομαστική ισχύς είναι της τάξης των 200-300 MW. Επίσης, υπάρχουν άλλα 200 περίπου μικρά υδροηλεκτρικά έργα που έχουν πάρει άδεια και μπορεί να λειτουργήσουν στο μέλλον, αλλά κι αυτά, όλα μαζί, είναι σαν ένα μεγάλο υδροηλεκτρικό έργο. Μ’ αυτό θέλω να πω ότι πρακτικά η κατάσταση στη χώρα είναι στάσιμη.

Επιπλέον, η χώρα επένδυσε πάρα πολύ σε φωτοβολταϊκά, τα οποία πλέον αθροίζονται σε περίπου 2,5 GW από τα 17 GW της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος της χώρας, ενώ έχει μειωθεί η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας λόγω της κρίσης. Λόγω αυτών δε φαίνεται να υπάρχει λόγος και διάθεση για κατασκευή νέων υδροηλεκτρικών έργων.


Επομένως, η στασιμότητα στην κατασκευή υδροηλεκτρικών έργων οφείλεται στην είσοδο νέων ανανεώσιμων πηγών στο ενεργειακό μίγμα;


Ναι, ένας λόγος είναι αυτός. Στην ουσία το πρόβλημα είναι ένα, η διαμόρφωση του ενεργειακού μίγματος μιας χώρας. Τα υδροηλεκτρικά γενικά είναι συμφέροντα, δηλαδή ανήκουν στις μορφές ενέργειας, στις οποίες συμφέρει μια χώρα να επενδύσει. Στο χρηματιστήριο ενέργειας οι τιμές της υδροηλεκτρικής παραγωγής συναγωνίζονται λίγο πολύ τις τιμές του φυσικού αερίου. Το πρόβλημα είναι ότι έχουν κατασκευαστεί πάρα πολλά έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κυρίως φωτοβολταϊκά, τα οποία εισάγονται πρώτα στο σύστημα παραγωγής, με αποτέλεσμα να μένουν εκτός τόσο οι μονάδες φυσικού αερίου όσο και οι υδροηλεκτρικές μονάδες. Επομένως, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί το ενεργειακό μίγμα δεν έχει νόημα η περαιτέρω επένδυση στα υδροηλεκτρικά.

Θεωρώ, όμως, ότι τα υδροηλεκτρικά έργα έχουν «χτυπηθεί» και από άλλες μεριές, για παράδειγμα για περιβαλλοντικούς λόγους, με αποτέλεσμα να έχουν αναπτυχθεί πηγές που είναι πιο ασύμφορες από αυτά, όπως τα φωτοβολταϊκά. Οι ανεμογεννήτριες δεν είναι τόσο ασύμφορες, καθώς η τιμή τους είναι σχεδόν αντίστοιχη με αυτή των υδροηλεκτρικών. Τα υδροηλεκτρικά στο χρηματιστήριο έχουν περίπου 70€/kWh, οι ανεμογεννήτριες έχουν εγγυημένη τιμή γύρω στα 90€/kWh, ενώ στην περίπτωση των φωτοβολταϊκών έχουμε δεσμευτεί να πληρώνουμε περίπου 300€/kWh.


Αναφέρατε ότι τα υδροηλεκτρικά έργα «χτυπιούνται» για περιβαλλοντικούς λόγους. Ακούγεται κάπως παράδοξο αυτό για μια ανανεώσιμη πηγή ενέργειας.


Όπως ανέφερα και προηγουμένως, ανανεώσιμη πηγή ενέργειας θεωρούνται τα μικρά υδροηλεκτρικά έργα, που με βάση τη νομοθεσία είναι αυτά που έχουν εγκατεστημένη ισχύ μικρότερη των 15 MW. Σε όλες τις χώρες υπάρχει αντίστοιχος διαχωρισμός. Φυσικά και η ενέργεια των μεγάλων υδροηλεκτρικών έργων είναι ανανεώσιμη. Η λογική του διαχωρισμού βασίζεται στο γεγονός ότι τα μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα συνοδεύονται από ένα φράγμα, έναν ταμιευτήρα, δηλαδή μεγάλες κατασκευές που προκαλούν περιβαλλοντικές επιπτώσεις και γι΄αυτό το λόγο δε θεωρούνται νομικά ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Βέβαια είναι τελείως λάθος αυτό.

Επιπλέον, τα μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα γίνονται στόχος περιβαλλοντικών οργανώσεων, που θεωρούν ότι η δημιουργία ενός ταμιευτήρα έρχεται σε κόντρα με τη φύση και αλλάζει τη μορφή του οικοσυστήματος, το οποίο από ποτάμιο γίνεται λιμναίο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το φράγμα της Μεσοχώρας. Πρόκειται για ένα φράγμα που είναι κατασκευασμένο εδώ και χρόνια και δεν έχει λειτουργήσει ποτέ, λόγω των αντιδράσεων από περιβαλλοντικές οργανώσεις.

Για μένα προσωπικά το περιβάλλον στις περιοχές των φραγμάτων αναβαθμίζεται. Δημιουργούνται λίμνες σε βουνά και μέρη που πριν δεν υπήρχε τίποτα, ο τουρισμός και οι δραστηριότητες συνήθως αυξάνονται, έρχονται νέα είδη πουλιών. Ένα υδροηλεκτρικό έργο είναι πολλαπλού σκοπού και η κοινωνία ωφελείται από πολλές πλευρές.


Πέρα από τις οργανώσεις, η κοινωνία πώς δέχεται την κατασκευή ενός φράγματος ;


Συνήθως οι διαμαρτυρίες δεν προέρχονται από τους ντόπιους. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ΔΕΗ, που έφτιαξε τα μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα, «έπαιρνε» μαζί της την τοπική κοινωνία, καθώς προσέφερε εργασία κατά την κατασκευή του φράγματος. Πέρα από αυτό αυξάνεται ο τουρισμός στην περιοχή, όπως ανέφερα, και επίσης οι αποζημιώσεις που δίνονται είναι πολύ μεγάλες. Άρα γενικά η τοπική κοινωνία δε θα έλεγα ότι είναι αρνητική. Έχει ωφεληθεί.

Η αντίδραση είναι πιο θεωρητική και συνήθως προέρχεται από ομάδες που δεν μένουν μόνιμα στην περιοχή. Στις αντιδράσεις έχουμε όλη την γκάμα. Από απλούς πολίτες που ανησυχούν για το περιβάλλον και καλά κάνουν, γιατί προφανώς είναι μεγάλα έργα που έχουν μια επίδραση στο περιβάλλον μέχρι ακραίες τοποθετήσεις, που αρνούνται εκ των προτέρων κάθε έργο ενέργειας.


Με αφορμή τα εγκαίνια ενός μεγάλου πλωτού φωτοβολταϊκού πάρκου στην Κίνα την 1η Απριλίου, ποια είναι η άποψή σας σχετικά με την τοποθέτηση πλωτών φωτοβολταϊκών σε ταμιευτήρες, συνδυάζοντας με αυτό τον τρόπο τις δυο μορφές ενέργειας; Θα ήταν βιώσιμη μια τέτοια λύση;


Το κύριο πλεονέκτημα των πλωτών φωτοβολταϊκών είναι ότι μειώνεται η εξάτμιση. Το ποσοστό όμως είναι πολύ μικρό, οπότε το πλεονέκτημα αυτό θα ήταν σημαντικό μόνο σε πολύ πλατείς ταμιευτήρες. Για μένα όλα ανάγονται σε θέμα κόστους. Τα πλωτά φωτοβολταϊκά αφενός χρειάζονται πιο ακριβό εξοπλισμό για την μεταφορά της ενέργειας και αφετέρου μπορούν παράξουν συγκεκριμένη ποσότητα ενέργειας, καθώς σε όλα τα φωτοβολταϊκά υπάρχει ανώτατο όριο παραγωγής. Γενικά, ένα φωτοβολταϊκό ανά kW παράγει λιγότερη ενέργεια σε σχέση με όλες τις μορφές ενέργειας, ελέγξιμες και μη, και έχει συντελεστή δυναμικότητας 0.2. Οπότε, από τη στιγμή που τα έσοδα από την παραγωγή ενέργειας είναι συγκεκριμένα, το κόστος εγκατάστασης θα καθορίσει αν είναι συμφέρουσα μια τέτοια επένδυση.


Όσον αφορά τώρα στους στόχους, που έθεσε η Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την ενσωμάτωση ΑΠΕ σε μεγαλύτερο ποσοστό στο ενεργειακό μίγμα των χωρών και ουσιαστικά μείωση της χρήσης λιγνίτη, πιστεύετε ότι για την Ελλάδα είναι εφικτό ένα ενεργειακό μίγμα αποτελούμενο μόνο από ΑΠΕ και φυσικό αέριο;


Ναι, είναι εφικτό. Αλλά είναι και σοφό;

Εισαγωγικά, να πούμε ότι υπάρχουν πηγές που είναι ελέγξιμες και άλλες που δεν είναι. Η ανθρωπότητα πάντα θα χρειάζεται μια πηγή, που να είναι ελέγξιμη, όπως το πετρέλαιο, ο άνθρακας, το φυσικό αέριο, τα πυρηνικά. Αυτή η πηγή εξασφαλίζει την ενέργεια βάσης, που πρέπει να υπάρχει πάντα. Ο άνεμος και ο ήλιος είναι μη ελέγξιμες πηγές, σήμερα φυσάει και έχει ήλιο, αύριο όχι. Ένα υδροηλεκτρικό έργο αποτελεί ενδιάμεση κατάσταση. Όταν έχεις ταμιευτήρα είναι αρκετά ελέγξιμο, αλλά έχει τύχει να έχουμε δέκα χρόνια ξηρασία, οπότε τότε υπάρχει θέμα. Καταλήγουμε, λοιπόν, στο ότι είναι εφικτό ένα ενεργειακό μίγμα αποτελούμενο από φυσικό αέριο και ΑΠΕ, καθώς υπάρχει κάποια ελέγξιμη μορφή ενέργειας.

Σημασία, όμως, έχει πώς συμφέρει κάθε χώρα να διαμορφώσει το ενεργειακό της μίγμα. Υπάρχουν χώρες που το μίγμα τους στηρίζεται κυρίως στην υδροηλεκτρική ενέργεια, όπως η Νορβηγία και η Αλβανία. Στο μέλλον μπορεί η κύρια πηγή ενέργειας να είναι η βιομάζα, που είναι ελέγξιμη. Βέβαια η βιομάζα θέλει πολύ καλά οργανωμένη κοινωνία, θέλει να μαζέψεις και το τελευταίο κλαδάκι για να υποκαταστήσεις το πετρέλαιο ή το λιγνίτη. Παρ’ όλα αυτά γίνεται.

Στην Ελλάδα μέχρι τώρα έχουμε το λιγνίτη, ο οποίος δεν είναι καλός, δεν έχει μεγάλη θερμογόνο δύναμη, είναι χειρότερος και από ξύλο. Παρ’ όλα αυτά έχει το σημαντικό πλεονέκτημα ότι υπάρχει στον ελλαδικό χώρο. Για τη ΔΕΗ η μετατροπή του σε ηλεκτρική ενέργεια στοιχίζει περίπου 40€/MWh. Αυτό σημαίνει ότι είναι το πιο ανταγωνιστικό καύσιμο. Το μόνο που μπορεί να το ανταγωνιστεί σε κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας είναι η πυρηνική ενέργεια, που εισάγεται από τη Βουλγαρία. Οπότε δε βρίσκω τόσο καλή ιδέα να ξεχάσουμε τον ελληνικό λιγνίτη για να εισάγουμε φυσικό αέριο.

Τώρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση βάζει δικαιώματα ρύπων στον άνθρακα και στο πετρέλαιο για να μειωθούν οι ρύποι στο περιβάλλον. Και στο φυσικό αέριο, αλλά, επειδή είναι πιο παραγωγικό, δηλαδή δίνει περισσότερη ενέργεια με μικρές εκπομπές ρύπων, είναι συμφέρον. Πρόκειται γενικά για ένα σχέδιο της ΕΕ ώστε να κατευθυνθεί το ενεργειακό μίγμα των χωρών προς τις ανανεώσιμες πηγές, πλην των υδροηλεκτρικών, που δεν φαίνεται να είναι τόσο επιθυμητά.

Με την κοστολόγηση, λοιπόν, των ρύπων, που επέβαλλε η ΕΕ, η οποία για τον ελληνικό λιγνίτη υπολογίζεται περίπου στα 20-25€/MWh, ανεβαίνει το κόστος του λιγνίτη. Προς το παρόν, παρά το αυξημένο κόστος του, είναι ακόμα ανταγωνιστικός, οπότε δε νομίζω ότι θα αντικατασταθεί πλήρως. Στο μέλλον περιμένω να αυξηθεί κι άλλο η τιμή του προστίμου ρύπων, ώστε να μην συμφέρει η χρήση του.

Φαίνεται, όμως, λίγο παράλογη η εφαρμογή του εμπορίου ρύπων μόνο από την Ευρώπη και όχι απ’ την Κίνα ή την Αμερική, αφού ο πλανήτης είναι ένας. Δε γίνεται στην Ευρώπη να πληρώνουμε για τους ρύπους, ενώ στην Κίνα και στην Αμερική να εκπέμπουν κανονικά. Επίσης, γιατί η Ευρώπη δεν επενδύει στην πυρηνική ενέργεια, που έχει μηδενικές εκπομπές, αν θέλει να σώσει τον πλανήτη;


Πώς θα διαμορφώνατε εσείς το ενεργειακό μίγμα της χώρας;


Λίγο δύσκολη ερώτηση. Εγώ θα πήγαινα στο μίγμα, που υπήρχε πριν γίνουν όλα αυτά. Θα είχα το λιγνίτη, θα είχα τα υδροηλεκτρικά, ίσως σε λίγο μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που έχουμε σήμερα. Με αυτά τα δύο μπορεί να λειτουργήσει μια χώρα. Θα έκανα διασυνδέσεις με τα νησιά, κυρίως με την Κρήτη, με τη Λέσβο, ώστε να εκμηδενίσω τη χρήση του πετρελαίου για ηλεκτροπαραγωγή, καθώς έχει αυξηθεί το κόστος του. Θα διατηρούσα τα αιολικά έργα στο ποσοστό που είναι σήμερα, γιατί πιστεύω ότι αποτελούν μια συμφέρουσα ανανεώσιμη πηγή και είναι καλό να υπάρχουν ανανεώσιμες πηγές στο μίγμα και να μη βασίζεσαι μόνο στο λιγνίτη που κάποια στιγμή θα τελειώσει. Θα μείωνα όμως τα φωτοβολταϊκά, περίπου στο 20% του σημερινού ποσοστού. Θα τα έβαζα μόνο σε περιοχές που αξίζει, όπως η Κρήτη, και θα κοίταζα να έχει συμμετοχή η ελληνική βιομηχανία στην παραγωγή τους. Να μην είναι, δηλαδή, εισαγόμενα τα πλαίσια και τα πάνελ από τη Γερμανία και την Κίνα, όπως σήμερα.

Επίσης, θα προσπαθούσα να οργανώσω τη χώρα έτσι ώστε μελλοντικά να επενδύσω στη βιομάζα. Υπάρχουν ήδη κάποιες προσπάθειες στην Ελλάδα, στην Ήπειρο για παράδειγμα υπάρχει μονάδα που χρησιμοποιεί τα υποπροϊόντα ζώων. Είναι βέβαια κάπως συμβολικές ακόμα. Θεωρώ πάντως ότι η βιομάζα είναι το μέλλον. Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα πηγή, γιατί κάνει και ανακύκλωση. Όλα τα κλαδέματα των δέντρων που γίνονται από τους δήμους θα μπορούσαν άνετα να συντηρήσουν μια μονάδα βιομάζας.

Με το φυσικό αέριο έχω επιφυλάξεις, γιατί είναι εισαγωγής. Δεν είμαι πολύ θετικός με το να υπάρχουν αγωγοί και να εισάγεται από το εξωτερικό φυσικό αέριο, ενώ μπορούν να χρησιμοποιηθούν εγχώριες πηγές ενέργειας. Βέβαια έχει το πλεονέκτημα ότι υπάρχει το δίκτυο που δίνει κατευθείαν θερμική ενέργεια. Αλλά θέλει και το φυσικό αέριο καλά οργανωμένη κοινωνία και συντηρήσεις στο σύστημα, για να αποφεύγονται εκρήξεις που ακούγονται κατά καιρούς σε άλλες χώρες. Αυτά όσον αφορά κυρίως στην θερμική ενέργεια και στην κατανάλωση στο σπίτι. Όσον αφορά στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, δε νομίζω ότι μπορεί να συναγωνιστεί το λιγνίτη ή τα υδροηλεκτρικά. Υπάρχουν περίοδοι που παρατηρούνται μικρές καταναλώσεις και το φυσικό αέριο μένει εκτός. Και παρ’ όλα αυτά αποζημιώνεται, γιατί όταν έχεις μια μονάδα φυσικού αερίου σε εφεδρεία και καθόλου να μη δουλέψει, κάποιες ώρες το χρόνο θα την πληρώσεις. Οπότε, ναι, με το φυσικό αέριο έχω ένα θέμα, γιατί δεν το θεωρώ καλό γεωστρατηγικά να εξαρτόμαστε από άλλους. Καλύτερο θεωρώ το LNG (Liquefied Natural Gas – υγροποιημένο φυσικό αέριο), που εισάγεται όπως το πετρέλαιο, με πλοία, και δεν εξαρτάσαι από τους άλλους με αγωγούς. Τώρα βέβαια πάω κόντρα σε όλα αυτά που γίνονται και προωθούνται, αλλά πιστεύω ότι δεν ωφελείται τόσο η χώρα από αυτά, όσο ξένες εταιρείες.


Η εξόρυξη υδρογονανθράκων από τα κοιτάσματα που βρέθηκαν στο Ιόνιο θα άλλαζε την άποψή σας για τη διαμόρφωση του ενεργειακού μίγματος;


Πρόκειται για μικρό κοίτασμα, το οποίο δεν πρόκειται να «σώσει» τη χώρα. Επίσης, θα το κατέτασσα στα δύσκολα αποθέματα που υπάρχουν στο πλανήτη, καθώς είναι υποθαλάσσιο. Σίγουρα είναι καλό να γίνουν γεωτρήσεις και να γνωρίζουμε την ποσότητα των υδρογονανθράκων που υπάρχουν, αλλά ίσως θα ήταν πιο συμφέρον να εξορυχθούν όταν θα έχουν χρησιμοποιηθεί τα πιο εύκολα αποθέματα, όπως αυτά που υπάρχουν στη Σαουδική Αραβία, στη Λιβύη, στη Βενεζουέλα, και θα έχει αυξηθεί η τιμή του πετρελαίου. Πιστεύω πως η τεχνολογία στο μέλλον δεν θα αλλάξει τόσο ώστε να μην υπάρχει ανάγκη για πετρέλαιο και κατ’ επέκταση για εξόρυξη των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, δεδομένου ότι είναι ένα πολύ ευέλικτο καύσιμο.


Θα θέλατε να προσθέσετε κάτι στην συζήτησή μας;


Θα ήθελα να αναφερθώ στις διασυνδέσεις, που σιγά σιγά γίνονται, σε ενεργειακό επίπεδο μεταξύ γειτονικών κρατών. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να γίνουν διασυνδέσεις νησιών του Ανατολικού Αιγαίου με την Τουρκία. Η κίνηση αυτή γεωπολιτικά δεν έχει νόημα, αλλά τεχνικά έχει. Όσο πιο πολλές διασυνδέσεις υπάρχουν μεταξύ των χωρών, τόσο πιο εύκολη γίνεται η διαχείριση της ενέργειας, ώστε να μην «πάει χαμένη», λόγω των προβλημάτων αποθήκευσής της. Οπότε πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος συνεργασίας με την Αλβανία, την Βόρεια Μακεδονία, τη Βουλγαρία και την Τουρκία ώστε να δημιουργηθεί ένα ενεργειακό δίκτυο.

Ως προς την αποθήκευση της ενέργειας, που είναι σημαντικό πρόβλημα για τις ΑΠΕ, κυρίως για την αιολική ενέργεια, υπάρχουν λύσεις. Για παράδειγμα ο συνδυασμός τους με ηλεκτρικά αυτοκίνητα ή με αντλησοταμιευτικά συγκροτήματα, που αυτή τη στιγμή φαίνεται να είναι η καλύτερη «μπαταρία» που υπάρχει. Έχουν προταθεί και κάποιες χημικές μπαταρίες, αλλά προς το παρόν, λόγω κόστους, δε φαίνεται να αποτελούν λύση.

Πιστεύω πως η διαχείριση της ενέργειας θα απασχολήσει την ανθρωπότητα τα επόμενα χρόνια, καθώς ο πληθυσμός και το επίπεδο ζωής αυξάνονται.


Υπάρχει χώρος στην Ελλάδα και γενικότερα για την κατασκευή περισσότερων μονάδων αντλησοταμίευσης;


Ναι, υπάρχει. Πρόβλημα με το χώρο θα υπάρξει στο μέλλον στα θέματα της τροφής, όχι τα ενεργειακά. Με τον άνεμο, τον ήλιο και τα υδροηλεκτρικά, και μόνο με τις ανανεώσιμες πηγές δηλαδή, μπορεί να συντηρηθεί άνετα η κοινωνία.


Σας ευχαριστώ πολύ για τη συζήτηση και το χρόνο σας.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ