• envinow.gr

Έρευνα σε ζώα και Περιβάλλον

της Θεοδώρας Ανδρικοπούλου, στο περιοδικό Ecotec



Σύμφωνα με επιστημονικά τεκμήρια, πάνω από 115 εκατ σπονδυλωτά ζώα χρησιμοποιούνται παγκοσμίως σε ερευνητικά εργαστήρια κάθε χρόνο. Τα πειράματα σε ζώα αποτελούσαν ανέκαθεν ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα με γνώμονα την ηθική διάστασή του, ωστόσο, η σύνδεσή του με το περιβάλλον δεν αναδεικνύεται συχνά. Οι λίγες έρευνες που έχουν διεξαχθεί μέχρι σήμερα πάνω στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που σχετίζονται με δοκιμές σε ζώα υποστηρίζουν ότι η χρήση και διάθεση των ζώων συμβάλλει στη ρύπανση του περιβάλλοντος, ενώ παράλληλα βλάπτει τη βιοποικιλότητα και τη δημόσια υγεία.


Αναφορικά με τους πόρους που χρησιμοποιούνται στα πειράματα με ζώα, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι κατά τη διενέργεια μιας τυπικής σειράς από δοκιμές τοξικότητας, η οποία ενδεχομένως διαρκέσει χρόνια, μπορεί να χρησιμοποιηθούν από 6000 έως και 12000 ζώα. Παράλληλα, οι εγκαταστάσεις των εργαστηρίων χαρακτηρίζονται από υψηλές ενεργειακές ανάγκες, οι οποίες υπερβαίνουν τις αντίστοιχες ενός γραφείου έως και κατά 10 φορές, λόγω των ειδικών συνθηκών αερισμού και φωτισμού που πρέπει να επικρατούν, καθώς και του εξοπλισμού υψηλής έντασης που χρησιμοποιείται. Επιπλέον, γίνεται χρήση πληθώρας χημικών και τοξικών ουσιών συχνά για παρατεταμένες χρονικές περιόδους και σε μεγάλες ποσότητες.


Η εκτέλεση εργαστηριακών δοκιμών αξιοποιώντας τους παραπάνω πόρους οδηγεί στην παραγωγή μεγάλου όγκου αποβλήτων ετησίως εκ των οποίων τα πιο επικίνδυνα από χημικής και βιολογικής άποψης αντιστοιχούν σε σκελετούς και ιστούς ζώων που περιέχουν τοξικά χημικά. Οι τοξικοί αυτοί σκελετοί και ιστοί υφίστανται κατά βάση αποτέφρωση (συχνά επιτόπια), διαδικασία η οποία προκαλεί ρύπανση του ατμοσφαιρικού αέρα μέσω των εκπεμπόμενων αερίων, ενώ είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για την ανθρώπινη υγεία, καθώς σχετίζεται με χρόνιες παθήσεις και αναπτυξιακές δυσκολίες στις νεότερες γενιές. Ρύπανση, ωστόσο, προκαλείται και από τη διάθεση χρησιμοποιημένου εργαστηριακού εξοπλισμού, μέσα από την παραγωγή βλαβερών ουσιών και ατμοσφαιρικών ρύπων. Επιπρόσθετα, η μόλυνση του εδάφους και η απορροή ζωικών αποβλήτων μπορεί να οδηγήσει σε μόλυνση των υπόγειων υδάτων και κατ’ επέκταση του πόσιμου νερού.


Πέρα από την περιβαλλοντική ρύπανση που προκαλείται, λόγω των υψηλής πίεσης συστημάτων φίλτρανσης του αέρα που εγκαθίστανται στα εργαστήρια δοκιμών, οι αλλεργικές αντιδράσεις και το άσθμα παραμένουν κίνδυνοι μείζονος σημασίας για τους εργαζόμενους σε αυτά. Επίσης, η εισπνοή αποβλήτων αναισθητικών αερίων (WAGs) έχει συσχετιστεί με μακροχρόνια δυσμενή επίδραση στη σωματική και ψυχική υγεία, με τη μορφή πονοκεφάλων, κατάθλιψης, ακόμη και νευρολογικής και αναπαραγωγικής δυσλειτουργίας. Οι εργαστηριακές λοιμώξεις (LAI) που προκαλούνται μέσω άμεσης ή έμμεσης επαφής με τα ζώα ή τα απόβλητα, τον εξοπλισμό και τις προμήθειές τους συνιστούν ακόμη μια απειλή για την υγεία των εμπλεκόμενων ερευνητών ζώων αλλά και της δημόσιας υγείας σε περίπτωση μετάδοσης ζωονόσου στον άνθρωπο.


Τέλος, σύμφωνα με τους ειδικούς, επισημαίνεται η επίδραση της έρευνας σε ζώα στη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στην ταχεία μείωση του πληθυσμού «μακάκος» – ο πιό συχνά χρησιμοποιούμενος πίθηκος στα εργαστήρια – στη φύση. Επιπλέον, εγείρονται ανησυχίες σχετικά με την ανάπτυξη και διάδοση ζωικών ασθενειών και επικίνδυνων παθογόνων αλλά και τη δυνατότητα γενετικά τροποποιημένων ζώων να ξεφύγουν και να διασταυρωθούν με άγριους πληθυσμούς ή να ανταγωνιστούν, εξέλιξη που θα προκαλούσε διαταραχές στο τοπικό οικοσύστημα και τους αυτόχθονες πληθυσμούς.


Παρότι η έρευνα γύρω από τον αντίκτυπο των δοκιμών σε ζώα για ιατρικούς σκοπούς στο περιβάλλον είναι εξαιρετικά περιορισμένη, οι παραπάνω συνέπειες δε μπορούν να αγνοηθούν ειδικά όταν υπάρχουν εναλλακτικές μεθόδοι εκτέλεσης εργαστηριακών δοκιμών, φιλικότερες προς την πανίδα αλλά και το περιβάλλον στο σύνολό του, οι οποίες υπόσχονται χαμηλότερο κόστος, χρόνο αλλά και μεγαλύτερη συμβατότητα με τον ανθρώπινο οργανισμό.